Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

"Για όλους αυτούς τους λόγους δεν προχώρησα στην πράξη συγκρότησης των ομάδων εργασίας της ΑΕΕ."


Αγαπητοί συνάδελφοι σε όλους μας έρχεται η ώρα του μεγάλου ΝΑΙ και του μεγάλου ΟΧΙ, σε ότι με αφορά δεν πρόκειται να κρυφτώ πίσω από νομικά τερτίπια, δεν έχω τέτοιο δικαίωμα απέναντι στις επιλογές της ζωής μου προσωπικές και πολιτικές, απέναντι στους συναδέλφους μου, απέναντι στα παιδιά μου!
Ο Διευθυντής του ΕΠΑΛ Καρδαμύλων
Γιάννης Λιγνός
ΘΕΜΑ: « Απάντηση στην υποχρεωτική αξιολόγηση »
Σχετ.: Η υπ’ αριθ. πρωτ. 44375/Γ1/24-3-2014 εγκύκλιος του Υπουργού Παιδείας.
Αναφορικά με τη σχετική εγκύκλιο 44375/Γ1/24-3-2014, με θέμα την αυτοαξιολόγηση και αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και των εκπαιδευτικών, όπως έχουν εξαγγελθεί και αναμένεται να εφαρμοστούν στο πλαίσιο των ν.3848/10, ν.3879/10, ν. 4024/11, ν.4142/13, ΠΔ152/13, έχω να παρατηρήσω τα εξής:
1. Η πολιτική αξιολόγησης που επιχειρείται, εγκαθιστά μια διαδικασία ιεραρχικής επιτήρησης και ολοκληρωτικού, αυταρχικού ελέγχου με στόχο τη συρρίκνωση του δημόσιου χαρακτήρα του σχολείου και τη σταδιακή μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών.Προς αυτήν την κατεύθυνση συνηγορεί η προβλεπόμενη χρηματοδότηση των σχολείων ανάλογα με τη βαθμολογία τους στη διαδικασία της αξιολόγησης και η εξάρτηση της υπηρεσιακής εξέλιξηςή μη των εκπαιδευτικών (προαγωγή, στασιμότητα, κινητικότητα, διαθεσιμότητα και απολύσεις) από τον βαθμό της «επίδοσής» τους.
2. Η επιβολή και εφαρμογή ενιαίων κριτηρίων σε όλα τα σχολεία της χώρας δημιουργεί από μόνη της ικανές προϋποθέσεις για προβληματικές κρίσεις και αξιολογήσεις. Ο χώρος της εκπαίδευσης δομείται κυρίως με ποιοτικά και όχι ποσοτικά χαρακτηριστικά και κριτήρια: ο αριθμός και το επίπεδο των μαθητών σε κάθε τάξη, ο τύπος του σχολείου (ολιγοθέσιο ή πολυθέσιο), ακόμη και η γεωγραφική κατανομή των σχολείων (αστικό κέντρο ή επαρχία, δυσπρόσιτες περιοχές, στα αστικά κέντρα: προάστια ή υποβαθμισμένες περιοχές) η κοινωνική –ταξική διαστρωμάτωση, διαμορφώνουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη και το παραγόμενο αποτέλεσμα : τα ποσοστά της σχολικής διαρροής, οι βαθμολογικές επιδόσεις των μαθητών, καθώς και η επιτυχής ολοκλήρωση της ύλης ανά μάθημα και τάξη, δεν αποτελούν απλά νούμερα σε μια εξίσωση με ίσους όρους, αλλά καθορίζονται από τους προαναφερθέντες παράγοντες και δείχνουν το μέγεθος της καθημερινής, επίπονηςκαι με θυσίες εμπλοκής των εκπαιδευτικών στη σχολική τάξη.
3. Αντί λοιπόν το Υπουργείο να αναγνωρίσει τις πολλαπλές αυτές παραμέτρους, να σταθεί δίπλα στους εκπαιδευτικούς για το πολυδιάστατο παιδαγωγικό και κοινωνικό έργο που προσφέρουν, βάλλει εναντίον τους, αποδυναμώνοντας την υπόσταση και το λειτούργημά τους, αλλά βάλλει και εναντίον των σχολείων και των μαθητών τους, επιχειρώντας να τους κατατάξει σε μαθητές και σχολεία α΄ και β΄κατηγορίας.
4. Η εξατομίκευση της αξιολόγησης (το ζητούμενο από την πολιτεία είναι η εξατομίκευση της ευθύνης), επιτείνει τον ανταγωνισμό στο σχολείο, εισάγει τους νόμους της ελεύθερης αγοράς στην εκπαίδευση, θεσμοθετεί την πολιτική του φόβου και της «συμμόρφωσης» - πειθαρχίας, αναστέλλει τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία ως παράγοντες εμπλουτισμού της παιδαγωγικής πράξης και υπονομεύει τις διαδικασίες συλλογικότητας μέσα στο σχολείο αλλά και μεταξύ των σχολείων.
5. Την ίδια στιγμή που καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανισμοί, καθιερώνεται νέος πολυδάπανος μηχανισμός (Ανεξάρτητη Αρχή, Παρατηρητήριο Αξιολόγησης, Δίκτυο Πληροφόρησης, Επιτροπές Αξιολόγησης, κ. α.) με αποκλειστική ευθύνη την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και των σχολικών μονάδων. Το κόστος είναι τεράστιο: ανθρώπινο δυναμικό, χρόνος και ενέργεια αφιερώνονται σε μια διαδικασία που υπονομεύει την εκπαιδευτική - παιδαγωγική πράξη και διαβρώνει την ανθρωποκεντρική της φύση και υπόσταση. Τα κονδύλια αυτά- 9 εκατομμύρια ευρώ- θα μπορούσαν να διατεθούν στα δημόσια σχολεία της χώρας για την κάλυψη των τεράστιων αναγκών τους.
Συνολικά θεωρώ αφενός, ότι η αξιολόγηση νοείται μόνο ως ανατροφοδότηση, υφίσταται στη λειτουργία των σχολείων μέσω του προγραμματισμού και μια σειρά δράσεων που μόνο το Υπουργείο αγνοεί, θα έπρεπε να προσφέρεται για τη συνεχή στήριξη και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, και ο ρόλος της να είναι συμβουλευτικός και ανατροφοδοτικός, όχι ελεγκτικός και τιμωρητικός, αφετέρου ότι σήμερα η επιχειρούμενη αξιολόγηση προσβλέπει όχι στην επαγγελματική, επιστημονική και παιδαγωγική εξέλιξη των εκπαιδευτικών και του έργου τους, αλλά στη βαθμολογική τους καθήλωση, τη φίμωση της φωνής εκπαιδευτικών και μαθητών, την περαιτέρω συρρίκνωση των πόρων για την παιδεία και τη νομιμοποίηση των απολύσεων, την κοινωνική συμμόρφωση.
Με βάση τα παραπάνω, ο σύλλογος διδασκόντων του σχολείου μας, συνήλθε στις 29-1-2014/Πράξη 23 και κατά πλειοψηφία κατέληξε στην πλήρη αντίθεσή του στην λεγόμενη αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και τη συγκρότηση των ομάδων εργασίας.
Να σημειωθεί ότι μοναδικό αρμόδιο όργανο για να συστήσει τις ομάδες έργου είναι και εξακολουθεί να είναι ο Σύλλογος Διδασκόντων, δεδομένου, ότι αυτό ρητώς προβλέπεται από την υπ' αριθμόν Εγκύκλιος 190089/Γ1/10.12.2013 εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων αλλά προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια και από την διάταξη του άρθρου 38 της ΥΑ Φ.353.1/324/105657/Δ1/8-10-2002, που αναθέτει αποκλειστικά και μόνο στον σύλλογο διδασκόντων την αξιολόγηση του έργου του και τον προγραμματισμό των δράσεων του. Εξάλλου, από το σύνολο της νομοθεσίας προκύπτει, ότι ο Διευθυντής ουσιαστικά αποτελεί το όργανο εκτέλεσης των αποφάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων και όχι αποφασίζον όργανο στην διαδικασία. Εξάλλου, η ίδια η διαδικασία αυτοαξιολόγησης, όπως εκτίθεται στον νόμο, στις υπουργικές αποφάσεις και τις εγκυκλίους του Υπουργείου συνιστά αποτέλεσμα συνεργασίας των εκπαιδευτικών και όχι μονομερών αποφάσεων των Διευθυντών των σχολείων.
Sυμπερασματικά, με την εγκύκλιό του υπουργείου, η οποία στερείται ηθικής βάσης, είναι αντιδημοκρατική, προδήλως παράνομη και σε κάθε περίπτωση απονομιμοποιημένη στη συνείδηση των συναδέλφων μου, επιχειρείται η κατάργησή μου ως μέλους μιας συλλογικής κοινότητας, ως πρώτου μεταξύ ίσων, με κύρια ευθύνη την τήρηση των δημοκρατικά και συλλογικά ληφθέντων αποφάσεων, την καθοδήγηση της σχολικής κοινότητας για ένα δημοκρατικό και ανοικτό στο λαό μας σχολείο, τη συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς σε πνεύμα αλληλεγγύης, άμβλυνσης των αντιθέσεων, ενθάρρυνσης των πρωτοβουλιών τους, έμπνευσης για να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους στην εκπαίδευση των παιδιών του ελληνικού λαού.
Σεβόμενος τα όσα επί 27 χρόνια έχω διδάξει στα παιδιά μας, σεβόμενος την ιστορία μου δε θα μετατραπώ σε μίσθαρνη οντότητα, καταργώντας ένα συλλογικό όργανο, στρεφόμενος εναντίον ενός εκάστου συναδέλφου ως αξιολογητής -τιμωρός και γι αυτό το λόγο θα σεβαστώ απόλυτα την απόφαση του συλλόγου διδασκόντων, στην οποία αναφέρθηκα και στην οποία συμμετείχα με την πλήρη συμφωνία μου. Τέλος ως μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ-Χίου, μου είναι αδιανόητο να μη συνταχθώ με όσα για χρόνια αγωνίζεται και θα αγωνίζεται το συνδικαλιστικό κίνημα, γνωρίζοντας ότι «τα στερνά τιμούν τα πρώτα». Για όλους αυτούς τους λόγους δεν προχώρησα στην πράξη συγκρότησης των ομάδων εργασίας της ΑΕΕ.
απο ανάρτηση της Αγγελικής στο facebook

Για την αναποτελεσματικότητα των απεργιών και των αγώνων



«Μόλις ένας στους 10 δημοσίους υπαλλήλους συμμετείχε στην τελευταία απεργία της ΑΔΕΔΥ της 12ης Μαρτίου με διεκδικητικό πλαίσιο ενάντια στις καταργήσεις οργανισμών και στη διαθεσιμότητα, σύμφωνα με στοιχεία που αποκαλύπτει το “Εθνος” από τα υπουργεία και τους δημόσιους οργανισμούς.
Στα ποσοστά της μικρής συμμετοχής καταγράφεται η αλλαγή της στάσης των εργαζομένων απέναντι στις κινητοποιήσεις που προκηρύσσουν τα συνδικάτα, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου μέχρι και το 2009 ήταν κατά πολύ υψηλότερα στο Δημόσιο.
Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει... «κρίση» και στις κινητοποιήσεις, με τους εργαζόμενους στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα να γυρίζουν την πλάτη στις απεργίες κατά την περίοδο του Μνημονίου, είτε υπό τον φόβο του «μεροκάματου», είτε γιατί διαπιστώνουν ότι δεν έχουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση.
Παρά το γεγονός ότι οι απεργίες έφτασαν στο αποκορύφωμά τους το 2010 και το 2011, τα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του Μνημονίου, η συμμετοχή των εργαζομένων είναι σαφώς μειωμένη σε σχέση με το παρελθόν. Η “απεργία για την απεργία” αποτελεί πλέον τακτική παλαιότερων εποχών και τα συνδικάτα βρίσκονται σε αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων αντίδρασης προκειμένου να κινητοποιήσουν τους εργαζόμενους.»
Αυτά διαβάζουμε στο e-go.gr τα οποία τα χρησιμοποιούμε ως ένα δείγμα της αρθρογραφίας που εμφανίστηκε τις τελευταίες μέρες σε αρκετές αστικές εφημερίδες και ιστοσελίδες. Ακολουθούν από εκεί και πέρα μια σειρά στοιχεία από οργανισμούς και υπουργεία τα οποία, κατά τα λεγόμενά τους, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 10% των δημοσίων υπαλλήλων. Υπάρχουν βέβαια αναφορές και στον ιδιωτικό τομέα και στην επίσης απαξίωση της μορφής της απεργίας αλλά μόνο ως εκεί.
Από τα στοιχεία αυτά λείπουν κλάδοι όπως οι εκπαιδευτικοί, οι υγειονομικοί, οι εργαζόμενοι στα Πανεπιστήμια όπως και σε επιχειρήσεις ΔΕΚΟ (π.χ. Μετρό, ΗΣΑΠ, λεωφορεία), δήμους κ.λπ. που σε άλλες περιπτώσεις, όταν βολεύει την κυβερνητική προπαγάνδα, θεωρούνται και αυτοί δημόσιοι υπάλληλοι. Σε αρκετά δε δημοσιεύματα υπάρχει αναφορά στους εργαζόμενους που ήδη βρίσκονται σε διαθεσιμότητα και η συμμετοχή τους σε απεργία θεωρείται από τους αρθρογράφους μικρή. Βέβαια, δε μας λένε από πού θα μπορούσαν να απεργήσουν υπάλληλοι που βρίσκονται εκτός δουλειάς και με το ένα πόδι στην ανεργία, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες!
Η κατάληξη λοιπόν όλων αυτών των άρθρων είναι να ερμηνεύουν τη στάση των εργαζόμενων ως στάση απαξίωσης της μορφής της απεργίας, μιλούν για αναποτελεσματικότητα των αγώνων και βγάζουν το συμπέρασμα ότι το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να βρει άλλες μορφές κινητοποιήσεων που θα εμπνεύσουν τους εργαζόμενους στο να διεκδικήσουν. Με την συνεπικουρία πάντα και συνδικαλιστών, κατά κανόνα εργοδοτικών – κυβερνητικών, ρεφορμιστών αλλά και συνδικαλιστών που αυτοπροσδιορίζονται στον αγωνιστικό χώρο.
Οι αρθρογράφοι αυτοί δεν βλέπουν πουθενά ούτε τις διαθέσεις των εκπαιδευτικών για παράδειγμα, όπως εκφράστηκαν το 6μηνο Μάη – Ιούνη 2013, ούτε τις κινητοποιήσεις στο χώρο της υγείας, ούτε τις μεγάλες απεργίες των διοικητικών στα Πανεπιστήμια και των γιατρών του ΕΟΠΥΥ και βέβαια «δεν υπήρξαν» οι απεργίες στα μέσα μαζικής μεταφοράς πριν ένα και κάτι χρόνο. Μάλλον δεν έχουν ακούσει τίποτα για τις κινητοποιήσεις των σε διαθεσιμότητα εργαζόμενων (εκπαιδευτικοί, καθαρίστριες, σχολικοί φύλακες, οδηγοί νοσοκομείων, πρώην γιατροί ΙΚΑ σε ΕΟΠΠΥ και νοσοκομεία κ.λπ.). Κρίνουν αποκλειστικά και μόνο από τις γενικές απεργίες, από τον αριθμό απεργιών που κηρύσσουν οι ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ και τη συμμετοχή σε αυτές (και πάλι επιλεκτικά ή γενικά, μιας και υπήρξαν και επιτυχημένες απεργίες και με σημαντικά ποσοστά το Φθινόπωρο που μας πέρασε, ιδιαίτερα στο δημόσιο) και επιλέγουν χώρους κατά κανόνα με μικρό αριθμό εργαζόμενων και που μέχρι τώρα δεν είχαν έτσι κι αλλιώς να επιδείξουν κάτι το ιδιαίτερα αγωνιστικό. Θα μπορούσαμε βέβαια στα στοιχεία που δίνουν να ρωτήσουμε για παράδειγμα πόσοι από αυτούς που παρουσιάζουν ως εργαζόμενους είναι εργαζόμενοι πράγματι με την ιδιότητα του δημόσιου υπάλληλου και όχι ως συμβασιούχοι ή με τα διάφορα δουλεμπορικά προγράμματα.
Δεν τα λέμε όλα αυτά για να πούμε ότι όλα είναι καλά και ότι το κίνημα των εργαζόμενων είναι στα καλύτερά του. Το αντίθετο. Είμαστε από αυτούς που πάντα επισημαίνουμε τα προβλήματα, δεν κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας και δεν κάνουμε το άσπρο μαύρο δημιουργώντας μια εικονική πραγματικότητα για να παρουσιάσουμε απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις μερικών εκατοντάδων ως πολλών χιλιάδων, όπως συνηθίζεται τελευταία από μέσα και της αριστεράς. Ούτε κρύβουμε ότι έχει επικρατήσει ο φόβος για τη δουλειά και η απογοήτευση για την αποτελεσματικότητα των αγώνων. Οι αναλύσεις μας όμως και η στόχευσή μας είναι σε τελείως άλλη κατεύθυνση από αυτή των άρθρων στα αστικά ΜΜΕ.
Ως κομμάτι του κινήματος που εξακολουθούμε να εκφράζουμε την εμπιστοσύνη μας στο λαό και στη δύναμή του, δεν καταλήγουμε στην αναποτελεσματικότητα των αγώνων ούτε των απεργιών. Δεν μας φταίει η μορφή. Μας φταίει όμως το περιεχόμενό της, μας φταίνε αυτοί που εξακολουθούν να έχουν το πρώτο λόγο στα συνδικάτα σε όλες τους τις βαθμίδες.
Το σύστημα εξακολουθεί να είναι ισχυρό και τα ερείσματά του στο εργατικό- λαϊκό κίνημα επίσης. Η ιδεολογική, πολιτική και ταξική αποσυγκρότηση δεκαετιών εξακολουθεί να λειτουργεί και να παίζει σημαντικό ρόλο και ούτε είναι εύκολο να ξεπεραστεί, ακόμη και όταν υπάρχουν μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις όπως αυτές των χρόνων από το 2010 έως το 2012.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ακόμη και τα τελευταία 2 χρόνια, που το κίνημα είναι πολύ πιο κάτω από τις αναγκαιότητες, όπου δόθηκε η ευκαιρία σε αρκετούς χώρους εκφράστηκαν όχι μόνο η οργή αλλά και η διάθεσή τους να απεργήσουν, να κινητοποιηθούν ακόμη και να συγκρουστούν με την πολιτική του συστήματος. Τα παραδείγματα αρκετά, κάποια αναφέραμε ήδη σε αυτό το άρθρο.
Δεν μπορούμε όμως να παραβλέψουμε την τακτική μιας σειράς δυνάμεων, ισχυρών ακόμη στα πλαίσια του συνδικαλιστικού κινήματος, που οδηγούν τους εργαζόμενους στην απογοήτευση, υπονομεύουν διαθέσεις και αγώνες, ακόμη και τους ξεπουλούν ανοιχτά. Δεν αναφερόμαστε μόνο στις κυβερνητικές – εργοδοτικές δυνάμεις, οι οποίες τα τελευταία έχουν αποδυναμωθεί αρκετά σε αρκετά σωματεία, αλλά και στις δυνάμεις της πλειοψηφίας της Αριστεράς όπως και αν αυτοπροσδιορίζονται. Έχοντας ακόμη τις λογικές της ανάθεσης και της ανεμπιστοσύνης στις δυνάμεις των εργαζόμενων, όντας συνυπεύθυνες για την αποσυγκρότηση των εργατικού κινήματος εξακολουθούν να λειτουργούν, παρά τις διακηρύξεις και ίσως τις διαθέσεις, κόντρα στην ανάπτυξη του οποιουδήποτε κινήματος αντίστασης, διεκδίκησης και ανατροπής. Είτε προδικάζοντας την αποτυχία των αγώνων και τη θέληση των εργαζόμενων να τους πραγματοποιήσουν είτε, αν αναγκαστούν να συμμετάσχουν, υπονομεύοντάς τους και πάλι με βάση τη δική τους ερμηνεία για τη θέληση των εργαζόμενων να τραβήξουν έναν αγώνα σε διάρκεια. Αντί να κινηθούν ώστε να στηριχθούν οι απεργίες, κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση για το πώς θα σταματήσουν μια ώρα αρχύτερα για να μην …εκφυλιστούν. Λογικές βέβαια που δεν είναι άσχετες με τις πολιτικές στοχεύσεις των πολιτικών τους φορέων και που εκφράζονται και στο περιεχόμενο των αιτημάτων και πλαισίων με τα ατελείωτα σεντόνια και τις δήθεν αγωνιστικές προτάσεις όπου το κύριο αίτημα, το επίδικο που ξεσηκώνει τους εργαζόμενους χάνεται κάπου στο βάθος.
Δεν είναι λοιπόν οι απεργίες, ως μορφές πάλης, που είναι αναποτελεσματικές και που οδηγούν τους εργαζόμενους στην απογοήτευση και στη μη συμμετοχή. Είναι όλο το πλαίσιο της ήττας και της υποχώρησης στο εργατικό κίνημα που έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες, είναι το ίδιο το σύστημα που έχοντας κερδίσει αυτό το γύρο της ταξικής πάλης μπορεί και ελέγχει συνειδήσεις, μπορεί και καταφέρνει να τρομοκρατεί τους εργαζόμενους, με την συνεπικουρία της κυρίαρχης Αριστεράς που έχει αποδεχθεί την παντοδυναμία του.
Αυτά όμως δεν θα μπορούσαν να απασχολήσουν τους αρθρογράφους των αστικών μέσων ενημέρωσης.