Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019


Αλλαγές στο Λύκειο και Νέο Σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση
Ένταση της ταξικότητας στην Εκπαίδευση και της επίθεσης στα δικαιώματα των εκπαιδευτικών
Πριν λίγες μέρες  το Υπουργείο Παιδείας  δημοσιοποίησε το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στο Λύκειο που θα ισχύσουν από την επόμενη χρονιά και ένα σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ- ΤΕΙ  που θα αφορά στους μαθητές που φοιτούν το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019 στη Β΄ Λυκείου. Το νομοσχέδιο αυτό ελάχιστα διαφέρει από τις προτάσεις του Υπουργείου που είχαν δημοσιοποιηθεί τον περασμένο Σεπτέμβριο .
Καταρχάς, για πρώτη φορά ένα νέο εξεταστικό, όπως συνηθίζεται να λέγεται, θα παρακάτωπαρακάτωεφαρμοστεί σε μαθητές που ήδη φοιτούν στο Λύκειο και όχι σε αυτούς που θα  εισέλθουν σε αυτή τη βαθμίδα το επόμενο έτος. Αυτή η «βιασύνη»  οφείλεται  στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η κυβέρνηση προς τους θεσμούς, τον ΟΟΣΑ, τον ΣΕΒ, τα ξένα και τα ντόπια δηλαδή αφεντικά τους, και οι οποίες συνάδουν απολύτως με τη δική της πολιτική βούληση. Δεσμεύσεις που στοχεύουν στην όρθωση επιπλέον σκληρών ταξικών φραγμών στο δικαίωμα των παιδιών των φτωχών λαϊκών στρωμάτων στην εκπαίδευση. Δεσμεύσεις που  αποσκοπούν στην εμπέδωση της πολιτικής της αδιοριστίας, αλλά και της παραπέρα επιδείνωσης- διάλυσης των εργασιακών σχέσεων, της εξορθολογικής διαχείρισης ενός «γερασμένου» προσωπικού -κατά την προσφιλή έκφραση του Υπουργού - που γυρνά σε πολλά σχολεία για να καλύψει ωράριο. Μιας πολιτική που προωθεί την κατηγοριοποίηση σχολείων και εκπαιδευτικών μέσα από τις διαδικασίες (αυτό)αξιολόγησης.
Έτσι, οφείλουμε να απεμπλακούμε από οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης θετικών σημείων ή «αριστερού» προσήμου  στο νομοσχέδιο. Για παράδειγμα,  είναι αδιέξοδη και αποπροσανατολιστική  η συζήτηση για το αν θα πρέπει να καταργηθούν τα Λατινικά ή όχι . Επιπλέον οι δηλώσεις του Υπουργού ήδη από τον περασμένο Σεπτέμβριο (Όλοι θα είναι κερδισμένοι. Οι Μαθηματικοί που αδικούνται θα αποκατασταθούν με τις αλλαγές που θα γίνουν σταδιακά στην Α και Β λυκείου κ.α.) καθόλου δεν πρέπει να μας οδηγήσουν σε μια λογική του «διαίρει και βασίλευε» και ποιας ειδικότητας «δικαιούται» τις περισσότερες ώρες διδασκαλίας. Είναι αναγκαίο τέτοιου είδους δηλώσεις να τις αναγνώσουμε ως  προσπάθεια επιβολής κλίματος εφησυχασμού, καθώς, μάλιστα,  αυτό το νομοσχέδιο είναι μόνο η αρχή και έπονται και άλλα που θα «πετάξουν» στον καιάδα αρκετές εκατοντάδες θέσεις εκπαιδευτικών.
Σε αυτό το σημείο οφείλουμε να επισημάνουμε ότι κόπηκαν περισσότερες ώρες από ειδικότητες που υπάρχουν ελλείψεις, π.χ. μαθηματικοί, βιολόγοι, μεσοπρόθεσμα και φιλόλογοι  αλλά και ότι υπάρχουν ειδικότητες όπως οι ξενόγλωσσοι που κατά το Υπουργείο πρέπει να νιώθουν την ανάσα της εξόδου τους από το Λύκειο. Ενώ ήδη δημοσιευμένα άρθρα αναφέρουν πώς η μείωση του εβδομαδιαίου προγράμματος της Γ Λυκείου από 32 σε 29 ώρες σημαίνει 10.000 ώρες λιγότερες στα ΓΕΛ της χώρας και άρα 500 λιγότερες θέσεις εκπαιδευτικών.
Όσον αφορά τη νεολαία, τα νέα μέτρα εντείνουν περαιτέρω τους ταξικούς φραγμούς που χτυπούν τα μορφωτικά δικαιώματά της, εντείνουν τον ταξικό χαρακτήρα του σχολείου με τις πολλαπλές εξετάσεις και δυσχεραίνουν όχι μόνο την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια –παρά τις εξαγγελίες περί αντιθέτου- αλλά ακόμη και την απόκτηση του Απολυτηρίου.
Με το νομοσχέδιο, καθώς το απολυτήριο θα προσμετράται κατά 10% αρχικά (το ποσοστό θα αυξάνεται σταδιακά) στην πρόσβαση στην Τριτοβάθμια, παρουσιάζεται ως αυτονόητο ότι η απόκτησή του θα πρέπει να γίνεται με τρόπο «αδιάβλητο και διαφανή». Επομένως οι μαθητές θα εξετάζονται στα τέσσερα μαθήματα που θα δίνουν και πανελλαδικά- τα τρία της κατεύθυνσης και τη νεοελληνική γραμματεία (συνεξέταση γλώσσας και λογοτεχνίας). Θα εξετάζονται σε θέματα που θα επιλέγουν καθηγητές λυκείων του ίδιου δήμου (στις μεγάλες πόλεις) ή νομού (στην επαρχία). Θα επιτηρούνται από καθηγητές άλλων ειδικοτήτων και τα γραπτά τους με κλειστά ονόματα θα βαθμολογούνται από καθηγητές άλλων σχολείων.(Η διάταξη που προβλέπει ότι για τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του νέου εξεταστικού δεν θα προσμετράται ο βαθμός του απολυτηρίου είναι ένας αυτονόητος ελιγμός του Υπουργείου για να μειώσει τις αντιδράσεις σε μία ρύθμιση που «έβγαζε μάτι ».)
Αυτόματα αυτό σημαίνει ότι οι ενδοσχολικές απολυτήριες εξετάσεις ξεφεύγουν από τα όρια του σχολείου, και όσοι ζούμε τη σχολική πραγματικότητα αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει αυτό για μια πληθώρα μαθητών που, για πολλούς λόγους αλλά κυρίως ταξικούς και κοινωνικούς, δεν θα μπορεί να πάρει απολυτήριο.
Ταυτόχρονα, αυτές οι πολλαπλές εξετάσεις θα συνδεθούν με την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, εφόσον αντικειμενικοποιούνται οι επιδόσεις των μαθητών. Αυτή η διαδικασία καθιστά τους καθηγητές και υπεύθυνους για την «αποτυχία» αυτών που δεν πάρουν απολυτήριο. Μας εμπλέκει στη λογική και πρακτική της αξιολόγησης των μαθητών του συναδέλφου του όμορου σχολείου και άρα και των ίδιων των συναδέλφων μας.  «Αντικειμενικά» πια και μετρήσιμα οι επιδόσεις των μαθητών μας μπορούν να αξιοποιηθούν στις «αποτιμήσεις» και αυτοαξιολογήσεις της σχολικής μονάδας για την περιβόητη ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί των όμορων σχολείων από κοινού, συνδιαχειριστικά, καλούνται να διαμορφώνουν τους μηχανισμούς απόρριψης πληθώρας μαθητών, γιατί ,τεκμηριωμένα, τέτοιου είδους εξετάσεις μόνο ως τέτοιος μηχανισμός λειτουργούν.
Στη συνέχεια όσοι θα παίρνουν απολυτήριο θα έχουν τη δυνατότητα ή να μείνουν μόνο με αυτό ή να εγγραφούν στα περιβόητα νεόφερτα ΤΕΠ (Τμήμα Ελεύθερης Πρόσβασης) ή να διεκδικήσουν μία θέση με πανελλαδικές στα ΤΠΠΕ (Τμήματα Πρόσβασης με Πανελλαδικές εξετάσεις). Για τον κάθε 18χρόνο αυτή η επιλογή θα διαμορφώνεται στην αρχή της Γ΄ Λυκείου, όταν θα καταθέτουν υποχρεωτικά όλοι μηχανογραφικό με τον «τεράστιο» αριθμό των …10 προτιμήσεων! (Στις προτάσεις του περασμένου Σεπτεμβρίου προβλέπονταν ότι η συμπλήρωση του μηχονογραφικού  με τις δέκα σχολές θα γινόταν τον Ιούνιο της Β΄ Λυκείου ).  Η διαδικασία αυτή θα γίνεται με τη συνδρομή των εκπαιδευτικών που θα βοηθούν τους μαθητές στις επιλογές της επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας! Θα αναλάβουν, λοιπόν, οι εκπαιδευτικοί το βρώμικο ρόλο του συστήματος για την κατανομή του εργατικού δυναμικού με όρους ταξικούς αναπόφευκτα. Μας βάζουν να «προσγειώσουμε» τους μαθητές μας στις δηλώσεις προτιμήσεων τους, ώστε, ανάλογα με τη ζήτηση, να πετύχουν έστω ένα τμήμα στο οποίο θα μπορέσουν αν εισαχθούν χωρίς Πανελλαδικές. (Τόσο ελεύθερη πρόσβαση!)
Το Φεβρουάριο της Γ Λυκείου αποφασίζει ο μαθητής εάν θα επιλέξει το τμήμα χαμηλής ζήτησης ή αν θα δώσει πανελλαδικές, χάνοντας όμως τη δυνατότητα να εισαχθεί στο τμήμα ελεύθερης πρόσβασης. Όσοι δεν πετύχουν στη λοταρία των ΤΕΠ ή στοχεύουν σε σχολή υψηλής ζήτησης θα αντιμετωπίσουν το Γολγοθά των Πανελλαδικών.  Θα δίνουν εξετάσεις στα τέσσερα μαθήματα που θα διδάσκονται 6 ώρες στο σχολείο. Η ύλη τους θα αυξηθεί- αν όχι αναλογικά των ωρών- πάντως κατά πολύ, όπως άλλωστε προβλέπουν και οι πρόσφατες  προτάσεις του ΙΕΠ.
Ακόμη, στο μηχανογραφικό τους θα δηλώνουν τμήματα  ενός μόνο επιστημονικού πεδίου! Δεν υπάρχει πλέον η δυνατότητα να ανοίγουν δεύτερο επιστημονικό πεδίο δίνοντας 5ο μάθημα. Είναι προφανές ότι και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κινείται πάνω στην ίδια αντιλαϊκή πολιτική που ακολουθούσαν και οι προηγούμενες κυβερνήσεις: Αύξηση της ύλης, μείωση των επιλογών των υποψηφίων, που μεταφράζεται σε περαιτέρω ταξικούς φραγμούς με στόχο την απομαζικοποίηση και  της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Τέλος, η διάκριση των τριτοβάθμιων τμημάτων σε ΤΕΠ και ΤΠΠΕ αυτόματα τα κατηγοριοποιεί, τα αξιολογεί και με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί σε κατάργησή τους. Ως ΤΕΠ ορίζονται τα τμήματα εκείνα που στο πρώτο μηχανογραφικό των δέκα σχολών θα συγκεντρώσουν λιγότερες προτιμήσεις των μαθητών σε σύγκριση με τον προβλεπόμενο  αριθμό εισακτέων . Ένα τμήμα τη μια χρονιά μπορεί να χαρακτηρίζεται ως ΤΕΠ και την άλλη όχι και παρόλο που το Υπουργείο προσπάθησε τελευταία στιγμή στο νομοσχέδιο να το «σώσει» δίνοντας τις θέσεις που περισσεύουν στα ΤΕΠ στη δυνατότητα πρόσβασης μέσω πανελλαδικών,- δηλαδή στο ίδιο τμήμα θα φοιτούν παιδιά που έχουν περάσει με απολυτήριο και άλλα με Πανελλαδικές (;)-  θα είναι πολλά τα τμήματα που θα φυτοζωούν και «αναπόφευκτα» θα κλείσουν, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τις επιλογές των υποψηφίων. Άλλωστε βάζουν και το όριο το κάθε τμήμα που λειτουργεί να έχει 8 μέλη ΔΕΠ τη στιγμή που στα Παν/μια πληθαίνει ο αριθμός των συμβασιούχων εργαζόμενων και δεν γίνονται προσλήψεις μελών ΔΕΠ.
Κι όλα αυτά σε ένα περιβάλλον νέων συγχωνεύσεων ΑΕΙ-ΤΕΙ, τμημάτων  που υπολειτουργούν ή είναι μόνο στα χαρτιά, διετών προγραμμάτων σπουδών, επαγγελματικών δικαιωμάτων  πτυχίων στον αέρα. Αυτή είναι η πραγματικότητα του νέου μηχανογραφικού και του νέου χάρτη σπουδών.
Είναι φανερή η αναγκαιότητα μαζικής και δυναμικής κινητοποίησης  μαθητών και εκπαιδευτικών για να αποσυρθεί και να μην περάσει το νομοσχέδιο «λαιμητόμος» για τα μορφωτικά δικαιώματα της μαθητικής νεολαίας και το δικαίωμα στη μόνιμη, σταθερή και αξιοπρεπή εργασία για τους εκπαιδευτικούς .
Να αποσυρθεί το Νομοσχέδιο.

Μαζική συμμετοχή στις ΓΣ των ΕΛΜΕ, με μαζική συμμετοχή στην απεργία να σπάσουμε την αδράνεια, να ανοίξει ένας κύκλος πραγματικού αγώνα και ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ.